Οσακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ), χαρακτηρίζεται από αντίσταση του οργανισμού στην ινσουλίνη, μειωμένη μεταφορά και μεταβολισμό της γλυκόζης (σάκχαρα) στους μύες και στα λιποκύτταρα. Η ινσουλίνη, η οποία παράγεται από το πάγκρεας, είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της κίνησης της ζάχαρης, με τη μορφή γλυκόζης, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στα επιμέρους κύτταρα και ιστούς του σώματος. Η ινσουλίνη είναι υπεύθυνη για την απορρόφηση της γλυκόζης από τα κύτταρα των ιστών, οπού εκεί η γλυκόζη χρησιμοποιείται σαν ¨καύσιμο¨ για την ομαλή λειτουργία του ενδοκυτταρικού περιβάλλοντος. Χωρίς αυτήν τα κύτταρα δεν μπορούν να λειτουργήσουν, κάτι το οποίο έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη της νόσου.

Στον ΣΔ, είτε τα παγκρεατικά β-κύτταρα χάνουν την λειτουργία τους και έτσι η ινσουλίνη δεν παράγεται ή παράγεται σε ανεπαρκείς ποσότητες, είτε τα κύτταρα του σώματος δεν έχουν πια την δυνατότητα της αναγνώρισης της ινσουλίνης (insulin resistant).

Έτσι, ο διαβήτης είναι πραγματικά μια κατάσταση “λιμοκτονίας στη μέση της αφθονίας” όπου η γλυκόζη συσσωρεύεται στo αίμα και διαχέεται στα ούρα, αλλά τα επιμέρους κύτταρα λιμοκτονούν από γλυκόζη.

Οι μέχρι τώρα θεραπευτικές στρατηγικές είναι μόνο η χορήγηση ινσουλίνης πολλαπλές φορές ημερησίως μέσω ένεσης. Η αποτυχία παραγωγής ινσουλίνης από τα β παγκρεατικά κύτταρα συμβαίνει στην περίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1) ή «ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης». Η διάγνωση στα άτομα με ΣΔτ1 γίνεται σε μικρή ηλικία και συχνά ένα πρωτοφανές σύμπτωμα είναι η μεγάλη απώλεια βάρους σε μικρό και αναπάντεχο χρονικό διάστημα. Η ομοιοπαθητική δεν προσφέρει εναλλακτική λύση στην ενέσιμη ινσουλίνη, αλλά συγκεκριμένα φάρμακα που βοηθάνε στη μείωση των απαιτήσεων ινσουλίνης.

Στην περίπτωση του τύπου 2 σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔτ2) ή «μη ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης» , εκτός από την μειωμένη παραγωγή ινσουλίνης από τα βήτα παγκρεατικά κύτταρα, μεγάλο ποσοστό κυττάρων είναι ανθεκτικά στην ινσουλίνη (insulin resistance). Η διάγνωση γίνεται συνήθως σε ανθρώπους ηλικίας 45 ετών και πάνω, με θέματα παχυσαρκίας. Έτσι η καλύτερη θεραπεία είναι η αλλαγή στον τρόπο διατροφής και άσκησης, φάρμακα και σε μερικές περίπτωσης ινσουλίνη.

Πώς μπορεί η ομοιοπαθητική να συμβάλει στη διαχείριση του διαβήτη; Πρώτα απ ‘όλα, η ομοιοπαθητική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της γενικής υγείας ενός ατόμου με διαβήτη. Αυτό μπορεί να βοηθηθεί με τη χορήγηση μιας «συνταγματικής» θεραπείας, με βάση το σύνολο των συμπτωμάτων και των χαρακτηριστικών του ασθενούς.

Η ολική βελτίωση του οργανισμού του ασθενούς θα βοηθήσει στην γενική αίσθηση της ευημερίας του. Το αποτέλεσμα θα είναι να βελτιωθεί η γενική αίσθηση της ευημερίας, να βελτιωθεί ο έλεγχος του διαβήτη και ίσως να μειωθούν οι ανάγκες για την παραχώρηση ινσουλίνης ή φαρμάκων.

Η ομοιοπαθητική δηλώνει ότι ο διαβήτης και τα συμπτώματά του είναι τα προειδοποιητικά σημάδια του σώματος μας όπως και οι αποτυχημένες προσπάθειες αποκατάστασης της ισορροπίας, της αρμονίας, της υγείας και της ευημερίας του σώματος μας.

Κατά την ομοιοπαθητική ο ιατρός λαμβάνει υπόψιν του κάθε σύμπτωμα ώστε να καταλήξει, να επιλέξει το πλησιέστερο φάρμακο το οποίο, ως επί το πλείστον, θα ταιριάζει με την εικόνα θεραπείας. Επίσης ο ιατρός διαλέγει το κατάλληλο φάρμακο που θα ενισχύσει το ανοσοποιητικό σύστημα του μοναδικού αυτού ασθενούς – τη μοναδική απάντηση του συγκεκριμένου οργανισμού στους υποκείμενους παράγοντες. Όπως σε αυτή την περίπτωση, ο διαβήτης.

Δρ. Μεχρνταντιάν Μέχρνταντ Μιθριδάτης

Ιατρός Ομοιοπαθητικός

Ρωτήστε Με

Είμαι εδώ για να σας λύσω οποιαδήποτε απορία μπορεί να έχετε σε ότι αφορά την Κλασσική Ομοιοπαθητική Ιατρική.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ